φυσικός

φυσικός
η , ό[ν] 1.
1) естественный; природный;

φυσικός νόμος — закон природы;

φυσική επιλογή — естественный отбор;

φυσικές επιστήμες — естественные науки;

φυσικός θάνατος — естественная смерть;

φυσικές ανάγκες — естественные потребности;

2) физический;

φυσική αγωγή — физическая культура;

3) естественный, закономерный;
4) натуральный;

σε φυσικό μέγεθος — в натуральную величину;

5) естественный, непринуждённый;
2. (ο , η ) физик, преподаватель физики

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "φυσικός" в других словарях:

  • φυσικός — natural masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυσικός — ή, ό / φυσικός, ή, όν, ΝΜΑ, θηλ. και ός Ν [φύσις] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη φύση ή αυτός που προέρχεται από τη φύση, εγγενής (α. «φυσικά χαρίσματα» β. «πάλιν δὲ ἐρωτώμενος, ἡ ἀνδρεία πότερον εἴη διδακτὸν ἤ φυσικόν», Ξεν.) 2. αυτός που… …   Dictionary of Greek

  • φυσικός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη φύση, που πλάστηκε από τη φύση. 2. αυτός που αποβλέπει στην τάξη της φύσης ή που εξετάζει τη φύση: Φυσικοί νόμοι. – Φυσικές επιστήμες. 3. αυτός που είναι από ύλη, αυτός που είναι του σώματος,… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φυσικός αριθμός — Bλ. λ. αριθμός …   Dictionary of Greek

  • φυσικά — φυσικός natural neut nom/voc/acc pl φυσικά̱ , φυσικός natural fem nom/voc/acc dual φυσικά̱ , φυσικός natural fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυσικώτερον — φυσικός natural adverbial comp φυσικός natural masc acc comp sg φυσικός natural neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυσικωτάτων — φυσικός natural fem gen superl pl φυσικός natural masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυσικωτέρων — φυσικός natural fem gen comp pl φυσικός natural masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυσικῶν — φυσικός natural fem gen pl φυσικός natural masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυσικόν — φυσικός natural masc acc sg φυσικός natural neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυσικώτατα — φυσικός natural adverbial superl φυσικός natural neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»